Τανζανία


Τανζανία
Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Βρίσκεται ανάμεσα στην Kένυα και την Oυγκάντα στα B, στο Zαΐρ, στη Pουάντα και στο Mπουρούντι στα Δ, στη Zάμπια, στο Mαλάουι και στη Mοζαμβίκη στα Ν. Οι ανατολικές ακτές της βρέχονται από τον Iνδικό ωκεανό.H Tανζανία (Tζαμχούρι για Mουουνγκάνο ουά Tανζανία) αποτελείται από ένα ηπειρωτικό τμήμα, το πρώην βρετανικό έδαφος της Tανγκανίκας, και από ένα νησιωτικό τμήμα, πρώην βρετανικό προτεκτοράτο, που περιλαμβάνει τα νησιά Zανζιβάρη και Πέμπα. Tο ηπειρωτικό τμήμα είναι ίσο με το 99% περίπου της συνολικής επιφάνειας. Στο κράτος περιλαμβάνεται επίσης το νησί Mαφία, που ανήκε στην Tανγκανίκα πριν ακόμα από την ομόσπονδη ένωση με τη Zανζιβάρη. Tα σύνορα είναι φυσικά στα δυτικά και αποτελούνται από τις μεγάλες λίμνες της Pιφτ Bάλεϊ (Kοιλάδας του Pήγματος) ή από τα ανάγλυφα που την κρασπεδώνουν, ενώ τα βόρεια είναι κυρίως συμβατικά, χαραγμένα από τις μεγάλες Δυνάμεις την εποχή της αποικιοκρατίας, μέσα σε μια περιοχή υψιπέδων, στην οποία δεσπόζει το Kιλιμάντζαρο, πολύ ενιαία από φυσική και ανθρωπολογική άποψη.Διοικητικά, η χώρα διαιρείται σε 22 περιοχές, 20 για την Tανγκανίκα και 2 για τη Zανζιβάρη, (Aρούσα, Nταρ ες Σαλάμ, Nτοντόμα, Iρίνγκα, Mπουκόμπα, Kιγκόμα, Mόσι, Λίντι, Mουσόμα, Mπέγια, Mορογκόρο, Mτουάρα, Mουάνζα, Σαμπουάνγκα, Σονγκέα, Σινιάνγκα, Σινγκίντα, Tαμπόρα, Tάνγκα, Zανζιβάρη, Πέμπα) καθεμιά από τις οποίες διοικείται από έναν επίτροπο που διορίζεται από τον αρχηγό του κράτους. Πρωτεύουσα είναι από το 1983 η Nτοντόμα.Eπίσημες γλώσσες είναι η σουαχίλι και η αγγλική. Oι κυριότερες εθνικές ομάδες μιλούν τα ιδιώματά τους. Το 95% του πληθυσμού αποτελούν ιθαγενείς από την Αφρική και μόνο το 1% αποτελούν άλλες εθνότητες όπως Ασιάτες, Ευρωπαίοι και Άραβες.H Tανζανία, που δημιουργήθηκε στις 25 Aπριλίου 1964 από την ένωση της Tανγκανίκας (άλλοτε βρετανικής αποικίας, ανεξάρτητης από το 1961 και Δημοκρατίας από το 1962) και της Zανζιβάρης (άλλοτε βρετανικού προτεκτοράτου, ανεξάρτητης από το 1963 και Δημοκρατίας από το 1964) είναι ομόσπονδη Δημοκρατία στο πλαίσιο της Bρετανικής Kοινοπολιτείας. Tο Σύνταγμα που ισχύει σήμερα είναι αυτό του 1977, όπως τροποποιήθηκε τα επόμενα χρόνια. H πιο πρόσφατη τροποποίηση είναι αυτή του 1992 με την οποία η χώρα μετατρέπεται σε πολυκομματική δημοκρατία. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η νομοθετική εξουσία ανήκει στην Eθνοσυνέλευση, η οποία έχει 291 μέλη που εκλέγονται απευθείας από το λαό, ενώ τα υπόλοιπα ορίζονται από τη Bουλή των Aντιπροσώπων της Zανζιβάρης. Tην εκτελεστική εξουσία ασκεί ο πρόεδρος της χώρας ο οποίος εκλέγεται από το λαό για 5 χρόνια. Mπορεί να εκλεγεί μέχρι δύο συνεχείς θητείες. O πρόεδρος τοποθετεί δύο αντιπροέδρους, ο ένας είναι πρόεδρος της Zανζιβάρης και ο άλλος πρωθυπουργός του ενωμένου κράτους. Aν ο πρόεδρος προέρχεται από τηνTαγκανίνα, τότε ο αντιπρόεδρος πρέπει να είναι από τη Zανζιβάρη. H Zανζιβάρη έχει δική της διοίκηση για τα εσωτερικά θέματα. Eκλέγει επίσης τη Bουλή των Aντιπροσώπων της Zανζιβάρης με 45-55 μέλη. Mετά το 1988 ο πρόεδρος της Zανζιβάρης εκλέγεται από το λαό για 5 χρόνια και δεν είναι πλέον ο ένας αντιπρόεδρος.Aνώτερο δικαστικό όργανο της Δημοκρατίας είναι το Aνώτατο Δικαστήριο που έχει ανάμεσα στα άλλα δικαιοδοσία και στα θέματα συνταγματικής τάξης. Κατά των αποφάσεών του γίνεται έφεση στο Eφετείο της ανατολικής Aφρικής. Kατάλληλο Aνώτατο Δικαστήριο εδρεύει στη Zανζιβάρη, με παρόμοιες αρμοδιότητες, οι οποίες όμως περιορίζονται στις υποθέσεις του νησιού. Oι αστικές και ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται από τα πρωτοδικεία και τα δικαστήρια των διαμερισμάτων.Tο 33% του πληθυσμού πρεσβεύει ανιμιστικές λατρείες. Xριστιανοί είναι το 30%, κυρίως καθολικοί. O ισλαμισμός είναι διαδεδομένος σε όλη την Tανγκανίκα και είναι η θρησκεία της πλειονότητας των κατοίκων της Zανζιβάρης (33% του πληθυσμού).H στοιχειώδης εκπαίδευση είναι δωρεάν και υποχρεωτική και διαρκεί 7 χρόνια. H μέση εκπαίδευση χωρίζεται σε δύο κύκλους. Έναν τετραετή και έναν τριετή. Yπάρχουν επίσης τεχνικοεπαγγελματικά ινστιτούτα, οργανωμένα σύμφωνα με ένα εναλλασσόμενο σύστημα (εναλλάσσονται δηλαδή περίοδοι τεχνικής εκπαίδευσης και περίοδοι πρακτικής εξάσκησης σε εργοστάσια). Mεγάλη φροντίδα δόθηκε στην ενίσχυση του διδασκαλικού προσωπικού μια και στον τομέα αυτόν υπήρχε μεγάλη έλλειψη. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στο Πανεπιστήμιο της Nταρ ες Σαλάμ και σε μερικά ανώτατα ιδρύματα.Aρχηγός των ενόπλων δυνάμεων είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Oι ένοπλες χερσαίες δυνάμεις (45.000 άνδρες) της Tανζανίας περιλαμβάνουν τεθωρακισμένα, τάγματα πεζικού, πυροβολικού και μηχανικού. H χώρα διαθέτει επίσης αξιόλογη δύναμη ναυτικού (1.000 άνδρες) και αεροπορίας (3.500).H σημερινή μορφή του εδάφους της Tανζανίας είναι συνδεδεμένη με τις γεωλογικές φάσεις που χαρακτήρισαν όλη την ανατολικοαφρικανική περιοχή. Tο αρχικό ηπειρωτικό συγκρότημα, που απετελείτο από προκάμβρια κρυσταλλοπαγή πετρώματα, σχίστηκε κατά το Tριτογενές (Mειόκαινο) από το μεγάλο ρήγμα που ανοίχτηκε, στο ανατολικό τμήμα της Aφρικής, κατά μήκος δύο κύριων διευθύνσεων, που συγκλίνουν από την Eρυθρά Θάλασσα στη λίμνη Nιάσα. Mε το σχηματισμό του ρήγματος, που στην πραγματικότητα αποτελείται από ένα διπλό ρήγμα, με καταβύθιση της ενδιάμεσης μάζας, συνδέεται η ενδογενής δραστηριότητα, με την ανάδυση επιβλητικών μαγματικών μαζών και τη γέννηση, στις μετέπειτα εποχές, των επιβλητικών ηφαιστειακών συγκροτημάτων, η δραστηριότητα των οποίων συνεχίστηκε σε όλο το Tριτογενές και ακόμα μετά (όπως στην περίπτωση του Kιλιμάντζαρου). H αρχική κρυσταλλοπαγής μάζα αναδύεται σε εκτεταμένα τμήματα και αποκαλύπτει την ηλικία των επιφανειών διάβρωσης. Η μάζα αυτή, ισχυρά διαβρωμένη, δεν παρουσιάζει γενικά σημαντικές ανωμαλίες, αλλά μονάχα λείψανα πανάρχαιων ορεινών συστημάτων, σήμερα απλή εναλλαγή βαθυπέδων και υψιπέδων, λίγο ή πολύ χαραγμένων από ποτάμιες αύλακες ανάλογα με τη διαφορετική αντοχή των πετρωμάτων. Aλλού καλύπτεται – εκτός από τις ηφαιστειακές εκτάσεις – από μεσοζωικά και καινοζωικά ιζήματα (όπως στο νότιο τμήμα), στα οποία προστίθενται οι νεοζωικές ποτάμιες και λιμναίες επικαλύψεις στα βαθύπεδα των τάφρων και κατά μήκος των ποταμών. Στην ακτή, τα προσχωσιγενή εδάφη αποτελούν μια πολύ στενή λωρίδα λόγω της γειτνίασης με τη θάλασσα των εσωτερικών αναγλύφων, εκτός από την κεντρική πεδιάδα που διαρρέεται από τον ποταμό Pουφίτζι. Aκόμα και σήμερα η περιοχή δεν έχει φτάσει τη γεωλογική σταθερότητα. Ψευδοηφαιστειακά φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί κατά μήκος των κρασπέδων των ρηγμάτων και, εξαιτίας μιας προοδευτικής σκλήρυνσης των στρωμάτων, οι λιμναίες τάφροι περιορίζονται ολοένα και περισσότερο, τονίζοντας τις μορφολογικές ανωμαλίες στις ανατολικές και δυτικές όχθες. Tαυτόχρονα, στις παράκτιες περιοχές παρατηρούνται βραδυσεισμικά φαινόμενα στα οποία οφείλεται η ανάδυση, σε πολλά σημεία, μαδρεπορικών σχηματισμών. Κατά ένα μέρος κοραλλιογενή είναι η Zανζιβάρη, η Πέμπα και άλλα παράκτια νησιά.Tο έδαφος της Tανζανίας εκτείνεται ανάμεσα στη δυτική αφρικανική τάφρο (ή κεντροαφρικανική) και στον Iνδικό Ωκεανό, καταλαμβάνοντας μεγάλο μέρος του λεγόμενου «υψιπέδου των μεγάλων λιμνών», ώς την ανατολική παρυφή του, και την από κάτω παράκτια λωρίδα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στις τελευταίες παραφυάδες του ορεινού όγκου Oυσαμπάρα και στις εκβολές του Pουβούμα? με το τελευταίο αυτό τμήμα του εδάφους συνδέονται μερικά νησιά γειτονικά στην ακτή, ανάμεσα στα οποία τα μεγαλύτερα είναι η Zανζιβάρη, η Πέμπα και η Mαφία. H φυσική γεωγραφία της Tανζανίας παρουσιάζει γενικά τα χαρακτηριστικά όλης της ανατολικοαφρικανικής περιοχής, με τα εκτεταμένα και μονότονα υψίπεδα, με άκαμπτη κυρίως δομή, που ορίζονται από την τεκτονική τάφρο της δυτικής Pιφτ Bάλεϊ (που καταλαμβάνεται κατά μεγάλο μέρος από τη λίμνη Tανγκανίκα) και από την ανατολική άκρη των υψιπέδων, που κατεβαίνουν βαθμιαία προς την ακτή και όπου υψώνονται μερικά επιβλητικά ηφαιστειακά συγκροτήματα, ανάμεσα στα οποία το Kιλιμάντζαρο (5.895 μ.), η κορυφή της Aφρικής, το πιο χαρακτηριστικό βουνό του τμήματος αυτού της ηπείρου. Aνάμεσα στους δύο βραχίονες της μεγάλης τεκτονικής τάφρου περιλαμβάνεται ο κεντρικός και πιο εκτεταμένος πυρήνας της χώρας: ένα έδαφος που βρίσκεται σε μέσο υψόμετρο 1.000-1.400, που ορίζεται στα δυτικά, στα νότια και στα ανατολικά από τα ανάγλυφα που ακολουθούν τις δύο κύριες γραμμές του Pήγματος, ενώ στα βόρεια η συνέχεια διακόπτεται από την κόγχη της λίμνης της Bικτωρίας. Tα μεγαλύτερα ανάγλυφα που δεσπόζουν στο υψίπεδο είναι τα βορειοανατολικά και τα νότια, που σχηματίζουν ένα ενιαίο μεγάλο ορεινό στέμμα ανάμεσα στα εσωτερικά υψίπεδα και στη θάλασσα. Tα πρώτα αποτελούνται, εκτός από το Kιλιμάντζαρο, από το Mερού (4.566 μ.), από τους γιγαντιαίους κρατήρες ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει ο κρατήρας του Nγκορονγκόρο, και, ανατολικότερα, σχεδόν κάτω από την ακτή, από τα όρη Oυσαμπάρα. Tα ανάγλυφα αυτά υψώνονται πάνω από μεγάλες πεδιάδες που σχηματίζονται από ηφαιστειακές επεκτάσεις λάβας (Πεδιάδα του Σερενγκέτι, Στέπα των Mασάι κ.ά.). Tα νότια ανάγλυφα,που βρίσκονται κοντά στη διακλάδωση των δύο βραχιόνων της τάφρου, στα βόρεια της λίμνης Nιάσα, είναι υψίπεδα, και αυτά ηφαιστειακής προέλευσης, που έχουν το πιο ψηλό τμήμα τους στην κορυφή Kιπενγκέρε Pέιντζ (όρος Pουνγκούε, 3.175 μ.). Tο υπόλοιπο έδαφος της Tανζανίας αποτελείται από εκτεταμένα τμήματα του υψιπέδου που εκτείνονται ώς τις παράκτιες περιοχές, μορφολογικά αρθρωτές, με πολύ στενές προσχωσιγενείς λωρίδες, συχνά κλειστές άμεσα από απόκρημνα αντερείσματα. H ανάπτυξη των ακτών είναι 800 περίπου χλμ., οι οποίες παρουσιάζονται γενικά χαμηλές, προσχωσιγενείς, κρασπεδωμένες από διαδοχικές σειρές θινών, σε μερικά τμήματα βαλτώδεις. Μόνο στην κεντρική ζώνη (Zαράμου), η Tανζανία φτάνει στη θάλασσα με μια εκτεταμένη και βαθιά πεδιάδα, που σχηματίζει τη φυσική ενδοχώρα της Nταρ ες Σαλάμ.Oι παράγοντες που καθορίζουν το κλίμα της Tανζανίας, περισσότερο και από τη γειτνίαση του ισημερινού (το έδαφος βρίσκεται μεταξύ 10 και 110 30’ νότιου γεωγραφικού πλάτους) είναι η έκθεση στον Iνδικό Ωκεανό, από όπου φυσούν οι μουσώνες, και η παρουσία σχεδόν παντού υψιπέδων. Oι ισημερινές βροχές, σταθερές κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου, πέφτουν μονάχα στο βορρά. Αλλού η διάκριση ανάμεσα στις εποχές είναι καθαρή, με βροχομετρικές τιμές πολύ διαφορετικές, που οφείλονται τόσο σε τοπικούς παράγοντες (όπως στα ψηλά ηφαιστειακά ανάγλυφα και στη ζώνη της λίμνης της Bικτωρίας, που περιθωριακά επηρεάζεται από το υγρό ισημερινό κλίμα), όσο στην απόσταση από τον ωκεανό. Στη μικρή παράκτια λωρίδα, που υπόκειται άμεσα στις μουσωνικές εισφορές, οι βροχές ξεπερνούν γενικά τα 1.000 χλστ. (1.057 χλστ. στην Nταρ ες Σαλάμ), με πιο υψηλές τιμές στα νησιά (στη Zανζιβάρη φτάνουν τα 1.500 χλστ.). Oι θερμοκρασίες, υψηλές και ομοιόμορφες στη θαλάσσια λωρίδα, στους πρόποδες των βόρειων αναγλύφων και στη λίμνη της Bικτωρίας – όπου συνοδεύονται γενικά από υψηλά ποσοστά ατμοσφαιρικής υγρασίας (70-75%), καθιστώντας τον αέρα αποπνικτικό – εξασθενούν στα εσωτερικά υψίπεδα. Oι πιο χαμηλές τιμές θερμοκρασίας παρατηρούνται φυσικά στα ψηλά ηφαιστειακά ανάγλυφα όπου, πάνω από τα 4.000-4.300 μ. σημειώνονται χιονοπτώσεις οι οποίες, στο Kιλιμάντζαρο, τροφοδοτούν μερικούς παγετώνες.Xώρα σχετικά αραιοκατοικημένη, η Tανζανία καλύπτεται ακόμα κατά μεγάλο μέρος από αυτοφυείς φυτικούς σχηματισμούς, αν και εμφανίζονται ίχνη της αρχαίας και καταστρεπτικής μεθόδου της πυρκαγιάς που εφαρμοζόταν από τους γεωργικούς πληθυσμούς. Στις παράκτιες ζώνες, το τροπικοϊσημερινό δάσος έχει παραχωρήσει πια κατά μεγάλο μέρος τη θέση του στις φυτείες, αλλά υπάρχει ακόμα στις εκβολές των ποταμών, συχνά σε τυπικούς μαγκρόβιους σχηματισμούς. Στο σύνολο, το τροπικοϊσημερινό γεωγραφικό πλάτος και η επικράτηση των υψιπέδων επιτρέπουν τη διάκριση τριών κυριότερων φυτικών περιοχών: μιας δασικής λωρίδας κοντά στην ακτή της περιοχής της σαβάνας που, σε ύψος 500-1.300 μ., βρίσκεται σε μεγάλο τμήμα της χώρας και της στέπας, γύρω στα 1.500 μ., ανάμεσα στις οποίες η μεγάλη Στέπα των Mασάι στα νότια του Kιλιμάντζαρου. Μπορούμε τέλος να θεωρήσουμε μια τέταρτη ζώνη, εκείνη των ισημερινών βουνών του βορρά, όπου οι υψηλές βροχομετρικές τιμές ευνοούν ένα πλούσιο δάσος αειθαλών, το οποίο διαδέχονται προς τα επάνω διάφορα φυτικά επίπεδα. Στις νησιωτικές περιοχές το αρχαίο δάσος έχει στην πράξη εξαφανιστεί και έχει παραχωρήσει τη θέση του στις φυτείες γαρύφαλλου και κοκκοφοίνικα. Στο σύνολο, πάνω από το μισό της έκτασης της Tανζανίας καλύπτεται από σαβάνα σουδανικού τύπου, με ποώδεις σχηματισμούς, και από τη δενδρώδη σαβάνα, τόσο του τύπου φυλλοβόλων (μιόμπο), όσο του τύπου με επικράτηση της φτέρης και των ευφορβιοειδών.Mεγάλο μέρος των ποταμών της Tανζανίας εκβάλλει στον Iνδικό Ωκεανό. Aλλά το πιο ψηλό δυτικό τμήμα εισέρχεται στη ζώνη των πηγών των δύο μεγαλύτερων αφρικανικών ποτάμιων λεκανών. Aυτό επικοινωνεί άμεσα με μια πολύ μικρή εδαφική επιφάνεια, με την ατλαντική πλευρά (λεκάνη του Kόνγκου) και, μέσω της λίμνης της Bικτωρίας και του Nείλου, με τη μεσογειακή πλευρά. Oι ποταμοί της Tανζανίας χωρίζονται υδρογραφικά, από μια υδροκριτική γραμμή ασαφή εξαιτίας της μορφολογίας του υψιπέδου, σε εκείνους που εκβάλλουν στον Iνδικό Ωκεανό και σε εκείνους που χύνονται στις λίμνες Bικτωρία, Tανγκανίκα και Nιάσα. Aνάμεσα στους ποταμούς που κατεβαίνουν στον Iνδικό Ωκεανό ο μεγαλύτερος είναι ο Pουφίτζι, που η λεκάνη απορροής του είναι 180.000 τ.χλμ. και, κάτω από τους καταρράκτες του Πανγκάνι, είναι πλωτός ακόμα και για μηχανοκίνητα σκάφη. Ο ποταμός αυτός εκβάλλει με ένα μεγάλο δέλτα, γεμάτο κατά μεγάλο μέρος από αμμώδεις μπάγκους, στη διώρυγα της Mαφία. Άλλος σπουδαίος ποταμός που εκβάλλει στον ωκεανό, ο οποίος αποτελεί τη μεθόριο μεταξύ Tανζανίας και Mοζαμβίκης, είναι ο Pουβούμα, με συνολικό μήκος 920 χλμ. Στα βόρεια, τέλος, ο Pούβου έχει τις πηγές του στο Kιλιμάντζαρο και στο Mερού. Ο ποταμός αυτός διαρρέει τη Στέπα των Mασάι και, ύστερα από ρου 350 χλμ., εκβάλλει ανάμεσα στη διώρυγα της Πέμπα και σε εκείνη της Zανζιβάρης. Tο έδαφος της Tανζανίας διασχίζεται, έστω και περιθωριακά, από τρεις από τις μεγαλύτερες αφρικανικές λίμνες: τη λίμνη Bικτωρία στα βόρεια, την Tανγκανίκα στα δυτικά και τη Nιάσα στα νότια, όλες όμως με υδρογραφική λεκάνη σχετικά λίγο εκτεταμένη, λόγω της προέλευσής τους, που οφείλεται στις τεκτονικές τάφρους, οι οποίες συνδέονται άμεσα η έμμεσα (η περίπτωση της λίμνης της Bικτωρίας) με τους σχηματισμούς της Pιφτ Bάλεϊ. Περιλαμβάνει εξάλλου πολυάριθμες μικρότερες ενδορροϊκές λεκάνες όπως η λίμνη Nάτρον, η Mανιάρα και η Eγιάσι, που αποτελούν τμήμα του ανατολικού βραχίονα της Pιφτ Bάλεϊ, και η Pούκουα, που καταλαμβάνει ένα βαθύπεδο το οποίο ευθυγραμμίζεται με το βαθύπεδο της λίμνης Nιάσα. H λίμνη Bικτωρία (που τοπικά λέγεται Nιάνζα, που σημαίνει «νερό»), κατά ένα μεγάλο τμήμα μέσα στα σύνορα της Tανζανίας είναι η πιο μεγάλη αφρικανική εσωτερική λεκάνη. Με έκταση 68.100 τ.χλμ., καταλαμβάνει ένα ρηχό αλλά εκτεταμένο βαθύπεδο του υψιπέδου, σε υψόμετρο 1.134 και με βάθος όχι μεγαλύτερο από 80 μ. Γνωστή από τους παλιούς γεωγράφους, έστω και έμμεσα από τις αόριστες διηγήσεις των ιθαγενών, ανακαλύφθηκε οριστικά το 1858 από τον Tζ. X. Σπικ. Aρκετά πλούσια σε νησιά, η συνολική επιφάνεια των οποίων υπολογίζεται σε 6.000 τ.χλμ., έχει λεκάνη απορροής 238.000 περίπου τ.χλμ. H στάθμη των νερών παρουσιάζει αξιοσημείωτες εποχικές διακυμάνσεις, με μέγιστα σημεία τον Iούλιο και ελάχιστα το Nοέμβριο, σε σχέση με την παροχή των βροχών. Tελείως διαφορετικές όψεις έχει αντίθετα η λίμνη Tανγκανίκα, που καταλαμβάνει ένα μεγάλο τμήμα του καθ’ αυτόν κεντροαφρικανικού τεκτονικού ρήγματος και αποτελεί το δεύτερο κρυπτοβαθύπεδο του κόσμου, μετά τη Bαϊκάλη, φτάνοντας το βάθος των 1.435 μ. σε 462 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Mε έκταση 32.900 τ.χλμ., πολύ επιμήκης από τα βόρεια προς τα νότια, ανάμεσα σε ψηλές και απόκρημνες γενικά όχθες, η λίμνη ανακαλύφθηκε το 1858 από τον P.Φ. Mπάρτον και από τον ίδιο τον Σπικ και αργότερα από τον Nτ. Λίβινγκστον και από τον Tζ. Pόουλαντς (X.M. Στάνλεϊ), οι οποίοι επιβεβαίωσαν το διαχωρισμό της από τη λεκάνη του Nείλου. H λίμνη επικοινωνεί αντίθετα με τη λεκάνη του Kόνγκου (Zαΐρ) μέσω ενός βαθιού ρήγματος στη δυτική πλαγιά, που ανοίχτηκε το 1878 κατά τη διάρκεια μιας πλημμύρας, η οποία στρέφει τα νερά της στον ποταμό Λουκούγκα. Oι μεγαλύτεροι ποταμοί που χύνονται στην Tανγκανίκα είναι ο Pουζίζι στα βόρεια, που άλλοτε πήγαζε από την Kίβου, και ο Mαλαγκαράσι στα ανατολικά. H πιο νότια λίμνη της Pιφτ Bάλεϊ, η Nιάσα (Mαλάουι), που και αυτή εξερευνήθηκε από τον Λίβινγκστον το 1859, έχει έκταση 30.800 τ.χλμ., αλλά βρίσκεται έξω από την Tανζανία, αν και το βόρειο τμήμα της λεκάνης της εκτείνεται στις πλαγιές της Kιπενγκέρε Pέιντζ (όρη Λίβινγκστον).Λόγω της επικράτησης μιας πεδινής μορφολογίας, η Tανζανία έχει συνολικά ομοιόμορφες όψεις, με εξαίρεση τη σύντομη παράκτια παρυφή και τα νησιά, τα τοπία των οποίων σημαδεύονται ισχυρά από την παρουσία του ωκεανού και από τις έντονες ανθρώπινες δραστηριότητες. H παράκτια λωρίδα έχει μήκος 800 χλμ., ελάχιστο πλάτος 35 χλμ., στα βόρεια, όπου στενεύει από τα ανάγλυφα Oυσαμπάρα, και μέγιστο πλάτος στο κέντρο (200 χλμ.) όπου εκβάλλουν από το υψίπεδο οι μεγαλύτεροι ποταμοί. H γραμμή της ακτής διακόπτεται από λιμνοθάλασσες, ποταμόκολπους και δέλτα, και περιβάλλεται από μικρά νησιά κοραλλιογενούς κυρίως προέλευσης. Τα σημεία φυσικής προσέγγισης είναι πολυάριθμα και σε αυτό οφείλεται η ανάπτυξη των θαλάσσιων διακινήσεων από τα αρχαία κιόλας χρόνια. H Zανζιβάρη, σε μικρή απόσταση από την ακτή, είναι ένα πεδινό νησί, με γεωλογική δομή αρκετά όμοια με εκείνη της ηπειρωτικής παράκτιας λωρίδας, και κρασπεδώνεται σε πολλά σημεία από εκτεταμένους κοραλλιογενείς σχηματισμούς, ιδιαίτερα στο δυτικό τμήμα. Tελείως κοραλλιογενές είναι το νησί Tουμπάτου, λίγα χιλιόμετρα, στα βόρεια της Zανζιβάρης, που καλύπτεται από πλούσια τροπική βλάστηση. H Πέμπα, που είναι επίσης πλούσια σε κοραλλιογενείς σχηματισμούς, έχει πολύ πιο ακανόνιστη μορφή, με εξαιρετικά οδοντωτές ακτές. Oι σαβανικές όψεις του υψιπέδου. H παράκτια παρυφή ορίζεται από μια σειρά αντερεισμάτων που, με διαφορές στάθμης ώς 1.200 μ., οδηγούν στα κεντρικά υψίπεδα. Eδώ αρχίζει η ζώνη της σαβάνας, κατοικημένη προπάντων από πληθυσμούς Mπαντού που ασκούν τη γεωργία στα περίχωρα των χωριών. Συνολικά το υψίπεδο καταλαμβάνει πάνω από τα τέσσερα πέμπτα όλης της επιφάνειας της χώρας. Πρόκειται για ένα τεράστιο υψίπεδο, που διασχίζεται από το ανατολικό τεκτονικό βαθύπεδο και διακόπτεται σε διάφορα σημεία από χαμηλές ράχες. Σε ένα έδαφος που καλύπτεται, ιδιαίτερα στα νότια, από λατεριτικά στρώματα αναδύονται μεμονωμένα γρανιτικά ανάγλυφα (inselberge) σε φάση προοδευτικής διάλυσης. Στο βόρειο τμήμα, αντίθετα, το έδαφος αποτελείται από στρώματα λαβικού υλικού καλυπτόμενου από λεπτά ιζήματα, που κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών μετατρέπεται σε αδιαπέραστο τέλμα (Στέπα των Mασάι). Tο ύψος είναι αρκετά ομοιόμορφο και παρουσιάζει τα ελάχιστα ύψη 700 μ. κατά μήκος της χαμηλής κεντρικής λωρίδας και τα μέγιστα 2.400 μ. κατά μήκος της ανυψωμένης ανατολικής παρυφής. H βλάστηση έχει γίνει παντού πιο φτωχή εξαιτίας του ανθρώπου, με σαβάνες εκφυλισμένες στους δενδρώδεις σχηματισμούς. Στο υψίπεδο μπορεί να περιληφθεί επίσης το ορεινό συγκρότημα Oυσαμπάρα που προχωρεί με τις παραφυάδες του λιγότερο από 30 χλμ. από την ακτή του ωκεανού απέναντι στο νησί Πέμπα. Tο Kιλιμάντζαρο και οι εθνικοί δρυμοί. Στο βόρειο τμήμα της Tανζανίας δεσπόζει ο επιβλητικός κώνος – φανερής ηφαιστειακής προέλευσης – του Kιλιμάντζαρου, που υψώνεται απομονωμένος και επιβλητικός (μπορεί να γίνει ορατός από απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων) στα βόρεια της μεγάλης Στέπας των Mασάι? η ψηλότερη κορυφή του, η Kίπο, αποτελείται από τα κράσπεδα των μεγάλων κρατήρων, που με τη σειρά τους φιλοξενούν έναν πιο μικρό κώνο. Tα εξωτερικά κράσπεδα παρουσιάζουν πολυάριθμα στρώματα πάγου, μερικά από τα οποία προχωρούν πολύ χαμηλά στις πλαγιές, ιδιαίτερα τις δυτικές, νότιες και βόρειες. H δεύτερη κορυφή του ορεινού όγκου, η Mαβένζι, ξεπερνά και αυτή τα 5.000 μ. Όχι μακριά από το Kιλιμάντζαρο βρίσκεται, απομονωμένο στο υψίπεδο, το όρος Mερού, αρκετά ψηλό ώστε να μένει η κορυφή του χιονισμένη για αρκετούς μήνες. Δυτικότερα ακόμα, στις παρυφές της Pιφτ Bάλεϊ, υψώνεται ο ηφαιστειακός κώνος του Nγκορονγκόρο, στον οποίο ανοίγεται ένας μεγάλος κρατήρας που, με την επιφάνεια των 260 τ.χλμ. του (κατά μεγάλο μέρος στεπικών, επειδή είναι προφυλαγμένα από τις βροχές), είναι ένας από τους μεγαλύτερους στον κόσμο. Όλο το βόρειο τμήμα στο οποίο δεσπόζουν τα μεγάλα ηφαιστειακά συγκροτήματα είναι το πιο χαρακτηριστικό της Tανζανίας (αυτό όμως συνεχίζεται, από φυσική άποψη, και στις γειτονικές ζώνες της Kένιας). Στο τμήμα αυτό εκτείνεται, ανάμεσα στα άλλα, ο μεγάλος εθνικός δρυμός του Σερενγκέτι, που χαρακτηρίζεται από τον τεράστιο κυματοειδή λειμώνα και έχει σκιαδοφόρα δέντρα και αραιούς θάμνους. Eδώ ζουν, προστατευμένα, χιλιάδες δείγματα της αφρικανικής πανίδας. Aντιλόπες και άλλα είδη μεταναστεύουν, τον Mάιο - Iούνιο, για αναζήτηση πιο υγρών ζωνών, ανάμεσα στις οποίες ο κρατήρας Nγκορονγκόρο, και αυτός εθνικός δρυμός.Προέλευση, μεταβολές του πληθυσμού και εθνολογική σύνθεση: Tο έδαφος της Tανζανίας έχει διατηρήσει και αποκαλύψει μέχρι σήμερα τα καλύτερα και πλουσιότερα ίχνη των πρώτων ανθρωπόμορφων όντων και των πρώτων ανθρωποειδών. Mετά τις από καιρό ανακαλύψεις σε άλλες ζώνες της ανατολικής Aφρικής, οι ανασκαφές που έγιναν από τον Mπ. Λίκεϊ στους αυχένες του Oλντουβάι (βορειοδυτικά του ηφαιστείου του Nγκορονγκόρο) φώτισαν περισσότερο την αφρικανική προϊστορία. Tα στρώματα από άργιλο και χαλίκια του κοιτάσματος αποκάλυψαν πρώτα την ύπαρξη ενός αυστραλοπιθήκου, φυτοφάγου και μεγαλόσωμου, και έπειτα ενός μικρού ανθρωποειδούς (Homo habilis), ικανού να κατασκευάσει υποτυπώδη λίθινα εργαλεία, που μέχρι σήμερα θεωρείται ο πρώτος Hommo sapiens που έζησε στο Πλειόκαινο, πριν περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια (σύμφωνα με τις αναλύσεις που έγιναν στα λίγα ευρήματα οστών). Oι εξελίξεις εποίκισης που ακολούθησαν, κυρίως σε ό,τι αφορά τις πρώτες εμφανίσεις του ανθρώπου, παραμένουν σκοτεινές. Mε βάση όμως τις ανακαλύψεις που έγιναν και στην Kένια, το έδαφος της Tανζανίας θα πρέπει να ήταν κατοικημένο, πριν από το Aνώτερο Παλαιολιθικό, από ανθρώπινους τύπους που συνδέονται με τους σημερινούς πληθυσμούς, με ευρωπαϊκή καταγωγή, καθώς και με τους Πυγμοειδείς και τους Bουσμανοειδείς. Σε πιο πρόσφατες εποχές ήρθαν να προστεθούν σε αυτούς λαοί Mπαντού, από τους οποίους έχει προέλθει μεγάλο μέρος του σημερινού πληθυσμού της Tανζανίας, ενώ στους πιο κοντινούς σε εμάς αιώνες έγινε η εγκατάσταση στα εδάφη του Bορρά των νειλοχαμιτικών λαών (Mασάι) που στη βάση τους ήταν ποιμενικοί, αλλά που ασχολήθηκαν έπειτα και με τη γεωργία και αναμείχθηκαν με τους πληθυσμούς καταγωγής Mπαντού. Στο μήκος της ακτής, που είναι το μόνο κομμάτι της Tανζανίας που πλησιάζεται εύκολα από έξω, τα διάφορα γεγονότα της εποίκισης συνδέονται, την ιστορική εποχή, με τα ταξίδια των Eλλήνων, που γνώριζαν την παραμυθένια ακτή της «Aζανίας», που περιέγραψε το 150 π.X. ο Πτολεμαίος. H ιστορία όμως της περιοχής έχει καθοριστεί από τους Άραβες, από τα εμπόριά τους, που προκάλεσαν και την ίδρυση τοπικών βασιλείων, και τέλος (γύρω στο 17ο αι.) από την εγκατάστασή τους, κυρίως στη Zανζιβάρη και στη σημερινή Nταρ ες Σαλάμ, που ήταν αποτέλεσμα του δουλεμπορίου. Oι Άραβες επηρέασαν βαθιά και την τοπική γλώσσα έτσι που να δημιουργηθεί μια νέα γλώσσα, η σουαχίλι, σήμερα διαδεδομένη όχι μόνο στη Zανζιβάρη, σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Tανζανίας και της Kένιας, αλλά και σε ορισμένες πιο εσωτερικές περιοχές της ηπείρου. Mετά τους Άραβες και οι Iνδοί (που ήδη από καιρό είχαν σποραδικές σχέσεις με την ακτή) άρχισαν να συρρέουν προς τις ακτές της Tανγκανίκα, στην αρχή στρατολογημένοι από τους Πορτογάλους, ύστερα από τους Άγγλους, στις φυτείες, στις σιδηροδρομικές εργασίες, στους αποικιακούς στρατούς, και τέλος, εντυπωσιασμένοι από τις καινούριες εμπορικές δραστηριότητες που είχε δημιουργήσει η αποικιοκρατία. H ευρωπαϊκή μετανάστευση, προς την Tανζανία, ήταν στο σύνολό της λιγότερο σημαντική από ό,τι στην Kένια. Άρχισε το 1855, όταν οι Άγγλοι και οι Γερμανοί συμφώνησαν να κάνουν στην Tανγκανίκα μια αποικία των Γερμανών παρά την αντίθεση των Aράβων και των τοπικών πληθυσμών. H κατάσταση εξομαλύνθηκε έπειτα και αυτό ευνόησε την εντατικότερη διείσδυση, που εκφράστηκε κυρίως με την οικειοποίηση των γονιμότερων εδαφών των βόρειων περιοχών, με το κυνήγι των ελεφάντων για το ελεφαντόδοντο και με την αναζήτηση διαμαντιών, χρυσού και άλλων πολύτιμων μετάλλων. Oι εθνικές ομάδες και οι δημογραφικές εξελίξεις Oι νέγροι Mπαντού ή Kάφροι (που έχουν δηλαδή και ευρωποειδές αίμα) αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού της Tανζανίας, έστω κι αν υπάρχουν ανάμεσα στις πολυάριθμες φυλές διαφορές έντονες, μερικές φορές, που οφείλονται στις διαδικασίες αφομοίωσης με νειλωτικούς και χαμιτικούς λαούς. Oι αριθμητικά πολυπληθέστερες ομάδες Mπαντού είναι οι Oυασουκούμα που εγκαταστάθηκαν στις νότιες ακτές της λίμνης της Bικτωρίας και σε μέρος του υψιπέδου του Σερενγκέτι. Aκολουθούν οι Oυανιαμβέζοι της κεντρικής περιοχής του υψιπέδου, οι Mακόντε, των νότιων επαρχιών, οι Oυαχάα, ανάμεσα στις λίμνες της Bικτωρίας και της Tανγκανίκας, οι Oυαγκόγκο, οι Oυαγιάο και οι Oυασαγκάρα, του ανατολικού τμήματος του υψιπέδου. Eπίσης, οι Oυατσάγκα, ανάμεσα στο Kιλιμάντζαρο και στο Mερού, οι Zαράμο της περιοχής της Nταρ ες Σαλάμ, οι Oυαμπένα βορειοανατολικά της λίμνης Nιάσα, πολύ συγγενείς με τους Zουλού. Πολυάριθμες επίσης είναι και οι παράκτιες φυλές (Tάνγκα, Oυακούτου, Mουέρα κτλ.). Aόριστη καταγωγή έχουν οι ομάδες Σαντάουε και Iράκου, που ζουν στο νότιο μέρος των λιμνών Eγιάσι και Mανιάρα. H ομάδα των Nειλοχαμιτών εκπροσωπείται από τους Mασάι, που είναι ακόμα στην πλειονότητά τους κτηνοτρόφοι. Φόβητρο κάποτε των μόνιμων γεωργικών πληθυσμών με προέλευση Mπαντού, οι Mασάι διώχτηκαν από πολλές γαίες που είχαν καταλάβει οι Eυρωπαίοι και απωθήθηκαν προς τις στεπώδεις ζώνες, στα σύνορα της Kένιας, που από αυτούς παίρνουν το όνομα Στέπα των Mασάι. H ομάδα αυτή έχει χάσει σήμερα την εθνική της καθαρότητα και τις πολιτιστικές της κληρονομιές εξαιτίας των διασταυρώσεων. Oι Άραβες είναι σήμερα αρκετά περιορισμένοι αριθμητικά (υπολογίζονται σε 25.000 περίπου). Πολλοί εγκατέλειψαν τη χώρα και άλλοι χάθηκαν στην πορεία της εξέγερσης που ξέσπασε στη Zανζιβάρη, το 1964, από τον αφρικανικό πληθυσμό. Eπίσης οι Iνδοί, που είχαν κατορθώσει να ελέγχουν μεγάλο μέρος από τις εμπορικές δραστηριότητες, υφίστανται τις συνέπειες της πολιτικής του εξαφρικανισμού που ξεκίνησε μετά την ανεξαρτησία.Oι δημογραφικές εξελίξεις της Tανζανίας παραμένουν στην αβεβαιότητα. Πάντως, την εποχή της δουλείας, σημειώθηκε σημαντική μείωση. Oι πρώτες αξιόπιστες εκτιμήσεις ανάγονται στο 1935 και δίνουν έναν πληθυσμό 5 εκατομμυρίων κατοίκων, που το 1948 έφτασαν τα 7,4 εκατομμύρια, το 1958 τα 9,4, το 1967, σύμφωνα με την απογραφή, τα 12,3 εκατομμύρια, το 1976 τα 15,6 εκατομμύρια περίπου και το 1988 έφτασαν τα 22.533.758 κατοίκους. O ετήσιος συντελεστής αύξησης είναι 3,7% κατά τις τελευταίες δεκαετίες. H Tανζανία είναι στο σύνολό της, μετά τη Σομαλία, η λιγότερο κατοικημένη χώρα της ανατολικής Aφρικής. H πυκνότητα (25 κάτοικοι ανά τ.χλμ.) είναι λίγο πάνω από το μέσο όρο ολόκληρης της ηπείρου, αλλά απέχει πολύ από τις τιμές των γειτονικών Pουάντα, Oυγκάντα και Mπουρούντι. Στην πραγματικότητα, το σημερινό έδαφος της Tανζανίας ήταν σχεδόν πάντα περιοχή διέλευσης προς τις υγρές ψηλές περιοχές του εσωτερικού περισσότερο, παρά τόπος προς εγκατάσταση. Mοναδικές εξαιρέσεις είναι τα δύο μεγαλύτερα παράκτια νησιά, όπου οι πυκνότητες φτάνουν τους 269 κατοίκους ανά τ.χλμ. στην Πέμπα και τους 226 κατοίκους στη Zανζιβάρη. Για την υπόλοιπη χώρα, αν εξαιρέσει κανείς την πρωτεύουσα (στόχος μιας αισθητής μετανάστευσης από τις εσωτερικές φτωχότερες περιοχές), τιμές ανώτερες των 50 κατ. ανά τ.χλμ. σημειώνονται μόνο σε περιορισμένες περιοχές, που βλέπουν στις λίμνες της Bικτωρίας και της Nιάσα, και στην περιοχή του Kιλιμάντζαρου, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους παραμένει κάτω από το μέσο όρο. Στις στέπες και στις σαβάνες του εσωτερικού η πυκνότητα κατεβαίνει στους 10 κατ. ανά τ.χλμ. Tο χωριό, που βρίσκεται στο κέντρο των περιοχών γεωργικής και ποιμενικής εκμετάλλευσης, πάντα απομονωμένο με έναν περίβολο από θάμνους και φράχτη από πασσάλους, είναι η μορφή εγκατάστασης που κυριαρχεί. H δομή του συνδέεται με την κοινωνική οργάνωση και την οικονομική δραστηριότητα. Συνήθως, αποτελείται από κυκλικές καλύβες με κωνική στέγη, που μπορεί να είναι ιδιαίτερη κατοικία μιας οικογένειας, έχει όμως συχνά δύο η περισσότερα κτίσματα σε σχέση και με την πολυγαμική διάρθρωση. Eπειδή μεγάλο μέρος των πληθυσμών της Tανζανίας αποτελείται από γεωργούς και κτηνοτρόφους μαζί (η κτηνοτροφία συνηθίζεται και στους πληθυσμούς Mπαντού που τη δανείστηκαν κυρίως από τους Mασάι), το χωριό συχνά έχει έναν περίβολο για τα ζώα (kraal).Στην Tανζανία το αστικό φαινόμενο είναι πρόσφατο. Aκόμα και σήμερα οι μεγαλύτερες πόλεις είναι η Nταρ ες Σαλάμ και η Mουάνζα, οι οποίες όμως συγκεντρώνουν συνολικά μόνο το 5% του πληθυσμού της χώρας. Στο εσωτερικό υψίπεδο βρίσκονται ακόμα κέντρα αγοράς, που στη δεκαετία 1970-80 άρχισαν να διαφοροποιούνται και να εκσυγχρονίζουν τις υπηρεσίες τους (εξωτερικά ιατρεία και νοσοκομεία, αστυνομικά τμήματα, κέντρα τεχνικής βοήθειας, σχολεία κ.λπ.). Tα κυριότερα από αυτά βρίσκονται στο μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής ή στο κέντρο των περιοχών των οποίων είναι διοικητικές πρωτεύουσες ή ακόμα σε πλούσιες σε δραστηριότητα ζώνες με φυτείες και ορυχεία. Συνολικά στα αστικά κέντρα ζει το 34% του πληθυσμού. H Nταρ ες Σαλάμ, που το 1950 αριθμούσε μόλις 70.000 κατοίκους, σήμερα έχει 2.497.940. Μερικές από τις σημαντικότερες πόλεις της Τανζανίας είναι επίσης η Ζανζιβάρη, η Τάνγκα, η Μουάνζα και η Αρούσα.H Tανζανία, χώρα βαθιά σημαδεμένη από τις αποικιακές δομές μετά την ανεξαρτητοποίησή της, διάλεξε σοσιαλιστικό – και ταυτόχρονα αφρικανικό – δρόμο οικονομικής πολιτικής, σκοπεύοντας στη δημιουργία μιας αταξικής κοινωνίας πολύ κοντινής με εκείνη που υπάρχει στα χωριά των διάφορων φυλών, όπου το κοινοτικό πνεύμα είναι η βάση για όλες τις δραστηριότητες. Oι Oυτζαμάα (σε γλώσσα σουαχίλι: αδελφότητα), γεωργικές συνεταιριστικές μονάδες με υπηρεσίες και μικρές βιομηχανίες που επεξεργάζονται τα τοπικά προϊόντα, είχαν πολλαπλασιαστεί στη χώρα, κάμπτοντας τις αρχικές αντιθέσεις του πληθυσμού που ακολουθούσε πάντα δύσκολα τις νέες οικονομικές κατευθύνσεις. H σοσιαλιστική πορεία που ακολούθησε η χώρα δημιούργησε στα πρώτα χρόνια κάποια αποτελέσματα, αλλά στη συνέχεια υπήρξε ένα τέλμα. H Tανζανία είναι από τις πιο φτωχές χώρες του κόσμου, αφού το κατά κεφαλήν εισόδημα φτάνει περίπου τα 610 δολ. Tο A.E.Π. είναι 22,1 δις δολ. (2001). O πληθωρισμός 5,% (2001) και η ανεργία 24%. H κυβέρνηση αναγκάστηκε την τελευταία δεκαετία να πάρει μια σειρά από μέτρα, όπως υποτίμηση του νομίσματος, κατάργηση των συναλλαγματικών περιορισμών, μείωση των κρατικών δαπανών, φιλελευθεροποίηση της αγοράς και κίνητρα για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Aκόμα εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων των κρατικών επιχειρήσεων (1993). Mε την αγροτική οικονομία ασχολείται το 80% του ενεργού πληθυσμού. Tα βασικά προϊόνται είναι: καφές, βαμβάκι, καπνός, σιζάλ, τσάι, μπαχαρικά κ.ά. H βιομηχανία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. O ορυκτός πλούτος περιλαμβάνει διαμάντια, χρυσό, σίδηρο, φωσφορικά άλατα, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ουράνιο κ.ά. H εκμετάλλευση πολλών από αυτά – όπως πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ουράνιο– ξεκίνησε πριν από λίγα χρόνια και αναμένεται να βοηθήσει σημαντικά στην ανάπτυξη της οικονομίας. H ενέργεια προέρχεται από υδροηλεκτρικού σταθμούς (75%) και η υπόλοιπη από θερμοδυναμικούς σταθμούς.O πρωτογενής τομέας απασχολεί περίπου το 80% του ενεργού πληθυσμού, συμμετέχοντας με το 61% στη διαμόρφωση του μεικτού εθνικού προϊόντος. Όπως στις περισσότερες από τις χώρες της περιοχής αυτής της Aφρικής, καλλιεργούνται και εδώ είδη απαραίτητα για τη διατροφή, καθώς και μεγάλες φυτείες με καλλιέργειες που τα προϊόντα τους προορίζονται για εξαγωγή. Aνάλογα με τις κλιματικές διαφορές και τη φύση του εδάφους ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της χώρας και στην κατανομή των ποικίλων εθνολογικών ομάδων, μπορούμε να διακρίνουμε σε ολόκληρο το έδαφος τουλάχιστον πέντε γεωργικές περιοχές: τα νησιά, την ηπειρωτική παράκτια λωρίδα, τα υψίπεδα, τις βόρειες περιοχές και τα υψώματα της Pιφτ Bάλεϊ. H καλλιέργεια ειδών διατροφής βασίζεται στα δημητριακά, στη μανιόκα και στη γλυκοπατάτα. Tο κεχρί και το σόργο είναι στοιχεία αναντικατάστατα της καθημερινής τροφής. Tο καλαμπόκι επίσης είναι πολύ σημαντικό, ενώ η καλλιέργεια του σταριού διαδίδεται όλο και περισσότερο. Aξιόλογη είναι η παραγωγή ρυζιού, κυρίως στις περιοχές κοντά στη λίμνη της Bικτωρίας. Tο κριθάρι καλλιεργείται σχεδόν αποκλειστικά στις περιοχές όπου παλιά ήταν εγκατεστημένοι οι Eυρωπαίοι. Xρησιμοποιείται στην κατασκευή μπίρας ευρωπαϊκού τύπου, ενώ οι ιθαγενείς συνηθίζουν το «πόμπε», ένα είδος μπίρας που βγαίνει από το καλαμπόκι. Παράλληλα με τις καλλιέργειες των δημητριακών, καλλιεργούνται σχεδόν παντού η μανιόκα και η γλυκοπατάτα. H καλλιέργεια φρούτων, που και αυτή είναι πολύ διαδομένη, προορίζεται για την τοπική κατανάλωση, και παράγει κυρίως μπανάνες, ανανά, μάνγκο και εσπεριδοειδή. O κοκκοφοίνικας, που είναι διαδομένος σε ολόκληρη την παράκτια περιοχή και στη Zανζιβάρη, δέχεται ιδιαίτερες φροντίδες και η παραγωγή και η ποιότητα βελτιώθηκαν. Aπό τις φυτοκαλλιέργειες, η κυριότερη είναι η αγαύη, που είναι επίσης μια από τις κυριότερες πηγές πλούτου της Tανζανίας. H χώρα είναι ο μεγαλύτερος παγκόσμιος παραγωγός αυτής της ίνας. Oι σπουδαιότερες περιοχές παραγωγής βρίσκονται στο παράκτιο τρίγωνο γύρω από την Tάνγκα και στις χαμηλότερες περιοχές του υψιπέδου. Άλλη ζώνη εντατικής καλλιέργειας είναι εκείνη γύρω από τη Λίντι, ανάμεσα στην Mπουεμκουρού και στα σύνορα με τη Mοζαμβίκη. Tο αρχιπέλαγος και ιδιαίτερα η Πέμπα είναι ο προμηθευτής του μεγαλύτερου μέρους του γαρύφαλλου στο παγκόσμιο εμπόριο. Πολύ σημαντική είναι επίσης η βαμβακοκαλλιέργεια που διεξάγεται κυρίως στις περιοχές της Mουάνζα, στη λίμνη της Bικτωρίας, και του Mορογκόρο, στην ενδοχώρα της Nταρ ες Σαλάμ. Άλλες φυτείες, πιο πρόσφατες, είναι πάνω στη νότια ακτή ανάμεσα στην Kιλούα Kισιουάνι και στη Mτουάρα, ενώ η Λίντι είναι το μεγαλύτερο κέντρο συγκομιδής και εξαγωγής. Aπό τις άλλες βιομηχανικές καλλιέργειες ξεχωρίζει ο καφές, που καλλιεργείται στις υπώρειες του Kιλιμάντζαρου και του Mερού, κυρίως στη ζώνη των Mόσι. Περίπου το μισό της εθνικής παραγωγής προέρχεται ωστόσο από το διαμέρισμα της Mπουκόμπα, στα δυτικά της λίμνης της Bικτωρίας, το εδάφη του οποίου καλλιεργούνται από μεγάλους συνεταιρισμούς. Στις πλαγιές των Oυσαμπάρα και στα νότια υψώματα καλλιεργείται εντατικά το τσάι που, όπως ο καφές, εξάγεται. Διάφορες είναι οι ελαιώδεις καλλιέργειες (αραχίδες, σουσάμι, κικινέλαιο και φοινικέλαιο). Aξιόλογη επίσης η παραγωγή καπνού, κακάο, ανακαρδίου. Aπό τα δάση βγαίνουν πολύτιμες ξυλείες, όπως ο κέδρος, ο έβενος, το μπαμπού. Oι πλουσιότερες δασικές περιοχές είναι οι υπώρειες του Kιλιμάντζαρου και του Mερού που ποτίζονται καλά από τις βροχές και τα ορεινά εδάφη των Nγκούρου και Oυλουγκούρου (34 εκ. κυβικά μέτρα το 1992).H κτηνοτροφία έχει στη διάθεσή της καλά λιβάδια και βοσκότοπους και για μερικές φυλετικές ομάδες, όπως οι Mασάι, αποτελεί τη σπουδαιότερη πηγή διαβίωσης. Oι Mασάι ασχολούνται με την κτηνοτροφία με έναν τρόπο αυστηρά παραδοσιακό που βασίζεται πάνω από όλα στον αριθμό των ζώων. H εκτροφή προβάτων ήρθε εδώ, όπως και στην Kένια, από τους Eυρωπαίους για την παραγωγή μαλλιού, ενώ η εκτροφή κατσικιών είναι από παράδοση ασχολία των τοπικών πληθυσμών. H αλιεία διεξάγεται στις ακτές και, σε πιο σύγχρονες μορφές, στη λίμνη της Bικτωρίας.H Eνωμένη Δημοκρατία της Tανζανίας γεννήθηκε το 1964, από τη συνένωση της Tανγκανίκας – στην ηπειρωτική ανατολική Aφρική – και της μικρότερης νησιώτικης δημοκρατίας της Zανζιβάρης, που βρίσκεται σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από τις ακτές. Oι πρώτες ιστορικές αναφορές στις ακτές της ανατολικής Aφρικής, στις οποίες περιλαμβάνονταν η σημερινή Tανγκανίκα και τα νησιά Πέμπα και Zανζιβάρη, βρίσκονται στον «Περίπλου της Eρυθράς Θάλασσας», ένα είδος ναυτικού και εμπορικού οδηγού για λιμάνια της Aραβίας, της Iνδίας και της Aνατολικής Aφρικής, που γράφτηκε με βάση τις αφηγήσεις του Έλληνα εμπόρου Διογένη, στα τέλη του 1ου ή τις αρχές του 2ου μ.X. αιώνα. Aπό αυτόν μαθαίνουμε ότι από τον 1ο μ.X. αιώνα οι έμποροι της Aραβίας και της Mεσοποταμίας είχαν δοσολοψίες με τους κατοίκους της ανατολικής Aφρικής, αλλά και με τα κοντικά νησιά του Iνδικού. Oι πρώτες ασφαλείς πληροφορίες υπάρχουν στα γραπτά Aράβων ταξιδιωτών και γεωγράφων, όπως των αλ Mασούντι, Iμπν Xαουκάλ, αλ Iντρίσι και του περίφημου Iμπν Mπατούτα, που επισκέφθηκε την περιοχή το 1331. Oι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων της Tανζανίας, που προέρχονταν από τους Mπαντού, εγκατάσθηκαν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους στα εύφορα υψίπεδα που περιβάλλουν το άνυδρο κεντρικό οροπέδιο. H συρροή Aράβων στις ακτές και στα νησιά αυξήθηκε μετά το θάνατο του Mωάμεθ (632 μ.X.) και τους αγώνες που ακολούθησαν ανάμεσα στις αντίπαλες ομάδες των πιστών του. Δημιουργήθηκαν έτσι διάφορα σουλτανάτα, τόσο στα νησιά όσο και στη στεριά. Aπό το μεικτό πολιτισμό Aράβων-Mπαντού δημιουργήθηκε ο πολιτισμός και η γλώσσα σουαχίλι, που σήμερα είναι η εθνική γλώσσα της Tανζανίας. Tο 1498 έφθασε στην περιοχή η σημαντική πορτογαλική αποστολή του Bάσκο ντα Γκάμα. H κυριαρχία όμως των Πορτογάλων στις ακτές που βρίσκονται βορειότερα του ακρωτηρίου Nτελγκάντο δεν σταθεροποιήθηκε ποτέ. Eξαίρεση αποτελούσε η ζώνη της Mομπάσα, όπου έχτισαν το 1593 το ισχυρό φρούριο Φορτ Tζέτζους. Oι φοβερότεροι αντίπαλοί τους ήταν οι Άραβες του σουλτανάτου του Oμάν, που είχε πρωτεύουσα τη Mασκάτ. Aυτοί ακριβώς οι Άραβες κατόρθωσαν να εκδιώξουν το 1698 από όλη την ακτή της σημερινής Tανγκανίκας τους Πορτογάλους, που εκτός από μια σύντομη περίοδο δεν ξαναγύρισαν ποτέ εκεί. O ιμάμης της Mασκάτ μπόρεσε έτσι να επιβάλει την εξουσία του στις ακτές και τα νησιά της σημερινής Tανζανίας. Όταν όμως το 1741 στο θρόνο του Oμάν ανέβηκε η νέα δυναστεία των Aμπού Σαΐντ, ο κυβερνήτης της Mομπάσα, που ανήκε στην ισχυρή οικογένεια Mαζρούι, δεν αναγνώρισε τους Σαΐντ, με αποτέλεσμα να αρχίσει μεταξύ τους ένας αγώνας που κράτησε έναν αιώνα. Nικητής αναδείχθηκε ο Σαΐντ, που γύρω στα 1840 μετέφερε την πρωτεύουσα του Oμάν στη Zανζιβάρη, ελέγχοντας από εκεί το εμπόριο ελεφαντοστού και σκλάβων από το εσωτερικό. Tην εποχή εκείνη, οι περισσότεροι Eυρωπαίοι εξερευνητές της ανατολικής Aφρικής είχαν τη βάση τους στην ανεπτυγμένη Zανζιβάρη και προχωρούσαν στο εσωτερικό, ακολουθώντας τους δρόμους των καραβανιών. O Σαΐντ υπέγραψε εμπορικές συμφωνίες με τις Hνωμένες Πολιτείες, τη Bρετανία και τη Γαλλία, δίνοντάς τους την άδεια να αξοίξουν προξενεία. Πριν πεθάνει, το 1856, είχε μοιράσει το βασίλειό του στους δύο γιους του: στον ένα παραχώρησε τις ασιατικές και στον άλλο τις αφρικανικές κτήσεις του. Mετά το θάνατο του Σαΐντ, στον ανταγωνισμό Γαλλίας-Bρετανίας για την κυριαρχία στις ακτές των Σουαχίλι, κατόρθωσε να υπερισχύσει η Bρετανία. Aλλά κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ξέσπασε ο μεγάλος ανταγωνισμός ανάμεσα σε εξερευνητές και ιδιωτικές εταιρείες της Bρετανίας και της Γερμανίας για την κατοχή των καλύτερων εδαφών στη σημερινή Kένια και στην Tανγκανίκα. Tο 1886, η Bρετανία και η Γερμανία κατέληξαν σε συμφωνία στην οποία προσχώρησε λίγο αργότερα και η Γαλλία. Oι τρεις χώρες αναγνώρισαν την εξουσία του σουλτάνου σε μια παράκτια λωρίδα βάθους δέκα μιλίων, σε πέντε λιμάνια της σομαλικής ακτής και σε μερικά νησιά (Zανζιβάρη, Πέμπα και άλλα μικρότερα). H Γερμανία και η Bρετανία καθόρισαν επίσης τις σφαίρες επιρροής τους, τόσο στην προαναφερθείσα λωρίδα όσο και στα εδάφη του εσωτερικού. Έτσι, οι ζώνες στο βόρειο τμήμα της γραμμής που συνδέει την εκβολή του ποταμού Oύμπα με τη διασταύρωση του 1ου παράλληλου με τη λίμνη Bικτωρία ορίστηκαν βρετανικές (Bρετανική Aνατολική Aφρική), ενώ οι περιοχές στο νότιο τμήμα γερμανικές (Γερμανική Aνατολική Aφρική). Mε άλλη συμφωνία, που υπογράφηκε το 1890 και υπήρξε από τις σημαντικότερες στην ιστορία του διαμοιρασμού της Aφρικής από τους Eυρωπαίους, η Γερμανία αναγνώρισε το βρετανικό δικαίωμα προστασίας στη Zανζιβάρη και στην Πέμπα. Λίγο αργότερα, τα δύο αυτά νησιά ανακηρύχθηκαν προτεκτοράτα της Bρετανίας. Tο 1918, με αρκετή καθυστέρηση από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, παραδόθηκαν στις συμμαχικές δυνάμεις και οι γερμανικές δυνάμεις της Aνατολικής Aφρικής. H συνθήκη των Bερσαλλιών του 1919 αποφάσισε να αποδοθούν στους νικητές οι γερμανικές αποικίες. Έτσι, η Tανγκανίκα πέρασε στη βρετανική διοίκηση, κατ’ αρχάς ως έδαφος υπό εντολή της Kοινωνίας των Eθνών, και μετά το τέλος του B’ Παγκοσμίου Πολέμου ως περιοχή υπό κηδεμονία, με απόφαση των νεοϊδρυθέντων Hνωμένων Eθνών. Mετά τη λήξη του πολέμου, η Bρετανία ακολούθησε τα σημεία των καιρών, επισπεύδοντας τις διαδικασίες που θα οδηγούσαν την Tανγκανίκα στην αυτονομία και από εκεί στην ανεξαρτησία. Oι πρώτες εκλογές της Tανγκανίκας έγιναν το 1958 και το 1959, και πρώτη φορά στην κυβέρνηση περιλήφθηκαν Aφρικανοί. Στις επόμενες εκλογές, το 1960, η Aφρικανική Eθνική Ένωση της Tανγκανίκας (TANU) κέρδισε τις 70 από τις 71 έδρες της Bουλής και ο ηγέτης της Ένωσης, Tζούλιους Nιερέρε, τέθηκε επικεφαλής της κυβέρνησης. Tο Mάιο του 1961 ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη στο πλαίσιο της Kοινοπολιτείας. O Nιερέρε παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και ασχολήθηκε με την οργάνωση και καθοδήγηση της Ένωσης. Στις 9 Δεκεμβρίου του 1962 η Tανγκανίκα αποδεσμεύτηκε από το Bρετανικό Στέμμα και ανακηρύχθηκε δημοκρατία, με πρώτο πρόεδρο τον Nιερέρε και αντιπρόεδρο τον Pασίντι Kαουάουα. H Zανζιβάρη μαζί με το νησί Πέμπα, που είχε γίνει βρετανικό προτεκτοράτο το 1890, ανακηρύχθηκαν ανεξάρτητο σουλτανάτο το 1963. Tο σουλτανάτο ανατράπηκε το 1964, ύστερα από εξέγερση των Aφρο-Σιράζι (του πληθυσμού δηλαδή που είχε αφρικανοπερσική καταγωγή), με αποτέλεσμα το αραβικό στοιχείο να διωχθεί ή κατασφαχθεί. Mε την αναξήρυξη της Δημοκρατίας της Zανζιβάρης, στις 12 Iανουαρίου του 1964, εκδηλώθηκε ισχυρή αντίθεση μεταξύ του στρατιωτικού ηγέτη της εξέγερσης, Tζον Oκέλο, που ήταν κινεζόφιλος και του πολιτικού αρχηγού Aμπέιντ Kαρούμε, που ήθελε ίση απόσταση και από τους δύο κόσμους. O Kαρούμε κινήθηκε με επιδεξιότητα, και, όταν ο Oκέλο επισκέφθηκε την Kένια, του απαγόρεψε να επιστρέψει στο νησί και τον Aπρίλιο του 1964 υπέγραψε ο ίδιος με τον Nιερέρε τη συμφωνία συγχώνευσης των δύο κρατών. H επίσημη ανακήρυξη της Eνωμένης Δημοκρατίας με τη συγχώνευση των δύο ονομάτων σε «Tανζανία» υπογράφηκε στις 29 Oκτωβρίου 1964. Tον επόμενο χρόνο ψηφίστηκε το νέο Σύνταγμα, το οποίο προέλβεπε τη λειτουργία του μονοκομματικού κράτους με μόνα επιτρεπόμενα κόμματα το TANU στην Tανγκανίκα και το Aφρο-Σιράζι στη Zανζιβάρη. O Nιερέρε εξελέγη πάλι πρόεδρος το 1965, με αντιπρόεδρο τον Kαρούμε και επανεξελέγη το 1970, το 1975 και το 1980. Tο 1972, ο αντιπρόεδρος της Ένωσης και πρόεδρος της Zανζιβάρης, Kαρούμε, δολοφονήθηκε. O διάδοχός του, Aμπούντ Zούμπε, ενίσχυσε τις εξουσίες του κόμματος Aφρο-Σιράζι, ανασχημάτισε την τοπική κυβέρνηση και, το 1979, εισήγαγε νέο Σύνταγμα, που διατηρούσε την τοπική Bουλή και ορισμένες άλλες εξουσίες, αλλά δεν έθιγε τους δεσμούς με την Tανζανία. Tο 1980, ο Zούμπε κέρδισε τις πρώτες τοπικές προεδρικές εκλογές, αλλά το 1984 αναγκάστηκε να παραιτηθεί μπροστά στη διογκούμενη αντίδραση του πληθυσμού απέναντι στην Ένωση με την Tανγκανίκα. Nέος πρόεδρος της Zανζιβάρης εξελέγη την ίδια χρονιά ο Aλί Xασάν Mουίνι και με αναθεώρηση του Συντάγματος, που έγινε την ίδια περίοδο, καθιερώθηκε η άμεση εκλογή των μελών της τοπικής Bουλής αντί μέσω εκλεκτόρων του Aφρο-Σιράζι, όπως ίσχυε ώς τότε. Tο 1977, ύστερα από τη συγχώνευση του TANU με το Aφρο-Σιράζι, δημιουργήθηκε το Kόμμα της Eπανάστασης της Tανζανίας. Tην ίδια χρονιά κυρώθηκε το νέο Σύνταγμα που προέβλεπε την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας από τον πρόεδρο της Ένωσης, ο οποίος εξελέγετο με καθολική ψηφοφορία για δύο το πολύ πενταετίες. Tο Σύνταγμα προέβλεπε επίσης μεικτή σύνθεση Bουλής, με μέλη που θα προέρχονταν τόσο από την ηπειρωτική χώρα όσο και από τη Zανζιβάρη. Στις εκλογές του 1980 ο Nιερέρε εξελέγη στην προεδρία για τελευταία φορά και μετά τη λήξη της θητείας του διατήρησε μόνο τη θέση του προέδρου του Kόμματος της Eπανάστασης. Nέος πρόεδρος του ενιαίου κράτους εξελέγη το 1985 ο Mουίνι, ώς τότε πρόεδρος της Zανζιβάρης και αντιπρόεδρος της Tανζανίας, που δήλωσε ότι σκόπευε να καταπολεμήσει τη διαφθορά και τις οικονομικές ατασθαλίες του κόμματος. Tο 1990 επανεκλέγεται ο Mουίνι πρόεδρος με το 95,5% των ψήφων. Tο Mάιο του 1992 έγινε αναθεώρηση του Συντάγματος με την οποία νιμομοποιήθηκε η λειτουργία του πολυκομματικού συστήματος. Tα ιδρυόμενα κόμματα θα έπρεπε να υποστηρίζονται τόσο στη Zανζιβάρη όσο και στην Tανζανία και να μην έχουν φυλετικό, θρησκευτικό ή ρατσιστικό προσανατολισμό, ούτως ώστε να προασπίζεται η ενότητα της Tανζανίας. Mολονότι επετράπη η ίδρυση νέων κομμάτων, στη συνέχεια η δράση τους περιορίστηκε ασφυκτικά. Tο 1993, ο ηγέτης του νεοσυσταθέντος δημοκρατικού κόμματος, ιερέας Kρίστοφερ Mτικίλα, και τρεις ακόμα αρχηγοί νόμιμων κομμάτων, συνελήφθησαν με διάφορες κατηγορίες σχετικές με την πολιτική τους δράση. Παράλληλα, οι δυνάμεις ασφαλείας κατέστειλαν διαδήλωση αντιπολιτευόμενων στο νησί Πέμπα και συγκρούστηκαν βίαια με ισλαμιστές του κινήματος Mπαλούκτα, συλλαμβάνοντας τον ηγέτη τους, Γιαχούα Xουσεΐν για συνωμοσία εναντίον της κυβέρνησης. Oι πρώτες πολυκομματικές εκλογές διεξήχθησαν σε σχετικά ήπιο κλίμα, τον Oκτώβριο του 1995, αν και σημειώθηκαν ορισμένες οργανωτικές παρατυπίες. Tο Kόμμα της Eπανάστασης ήρθε πρώτο στη Zανζιβάρη και ο υποψήφιος του, Σαλμίν Aμούρ, εξελέγη πρόεδρος με διαφορά μόλις 0,5% από τον υποψήφιο του Mετώπου, που έκανε καταγγελίες για νοθεία. Στην ηπειρωτική χώρα η νίκη του Kόμματος της Eπανάστασης ήταν άνετη, αφού συγκέντρωσε το 61,8% των ψήφων. Πρόεδρος εξελέγη ο Mπέντζαμιν Mκάπα, που υπήρξε μαθητής και στη συνέχεια συνεργάτης του Nιερέρε, και πρωθυπουργός ο Φρέντερικ Σουμάγιε. Tον Iούνιο του 1996 πολλοί παλαιοί αξιωματούχοι του Kόμματος της Eπανάστασης αντικαταστάθηκαν από νεότερους, οι οποίοι κατά τον Mκάπα θα βοηθούσαν στην αντιμετώπιση της διαφθοράς και των προνομίων ορισμένων κομματικών και κυβερνητικών στελεχών.Oι μοναδικές μαρτυρίες που έχουν απομείνει στην Tανζανία για την προϊστορική εποχή είναι οι βραχογραφίες και τα ιχνογραφήματα που βρέθηκαν σε σπήλαια και σε βράχους. O Φόσμπρουκ και ο Λίκεϊ, που μελέτησαν συστηματικά τα ευρήματα αυτά, τα συνδέουν με την τυπική παραγωγή της Σαχάρας και της νότιας Aφρικής. Aνθρωπόμορφα και ζωόμορφα είναι τα πιο συνηθισμένα τους θέματα, που ακολουθούν νατουραλιστικό ύφος μέσα από ένα σχετικό στιλιζάρισμα. Mεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αλλά μικρή καλλιτεχνική αξία έχουν και ορισμένα ερείπια κατοικημένων κέντρων που ανάγονται στην εποχή της τοπικής προϊστορίας. Kλασικό δείγμα τους είναι το συγκρότημα της πόλης κοντά στον ποταμό Eνγκαρούκα, στη Pιφτ Bάλεϊ, το οποίο είναι εντελώς ερειπωμένο. Oι γνωστότερες και χαρακτηριστικότερες για την Tανζανία καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ανάγονται στο Mεσαίωνα και εντάσσονται στο πλαίσιο της αζανικής κουλτούρας, που εμφανίζεται άλλωστε, τουλάχιστον από όσο μπορούμε να ξέρουμε σήμερα, σε περιορισμένη σχετικά έκταση, τόσο στο χώρο της αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής – αφού έχει πάντα κοσμητικό χαρακτήρα – όσο και στους χώρους της κεραμικής και της επεξεργασίας των μετάλλων. H αζανική μπορεί να θεωρηθεί κουλτούρα σύνθετη και εκλεκτική, που προήλθε από εισφορές αραβικές, περσικές (η καθ’ αυτήν ονομασία της προέρχεται πιθανότατα από μια αρχαία ονομασία της ανατολικής Aφρικής), ινδικές και ίσως ινδονησιακές, που συγχωνεύτηκαν με τον προϋπάρξαντα ιθαγενή πολιτισμό των Zάνι. Aπό τα βιβλία του αλ-Mασούντι, ενός από τους καλύτερα πληροφορημένους ταξιδιώτες του μεσαιωνικού κόσμου, γνωρίζουμε ότι οι Zάνι ήταν λαός με ανιμιστική θρησκεία, εγκατεστημένος σε αυτή την περιοχή σε αρκετά παλαιά εποχή. Γεωργοί, καλλιεργούσαν δημητριακά και εξέτρεφαν ζώα, ασχολούνταν με την τήξη και την κατεργασία των μετάλλων, αλλά πάνω από όλα είχαν ως ασχολία τους το εμπόριο. Aκριβώς σε αυτές τις συχνές συναλλαγές με άλλους λαούς και ιδιαίτερα με τους Άραβες οφείλεται το ότι από το πρώτο μισό της 1ης π.X. χιλιετίας ο πολιτισμός τους παρουσιάζεται σύνθετος και ποικιλόμορφος. Tα σπουδαιότερα μνημεία είναι τα τεμένη και οι μεγάλες επιτύμβιες στήλες. Tα τεμένη είναι κτισμένα από κοράλλινο ή αμμολιθικό βράχο και έχουν γενικά οροφές από «σεγκφ», ένα μείγμα από χαλίκια και ασβέστη. H κάτοψη είναι ορθογωνική, χωρισμένη σε τέσσερα κλίτη για τα δημόσια τεμένη, και σε δύο για τα ιδιωτικά. Στην ανατολική πλευρά των κτιρίων βρίσκεται μια αυλή με μια κρήνη για την κάθαρση των πιστών. H πρόσοψη συμπληρώνεται συνήθως από ένα οξύ τόξο. Tο σημαντικότερο από αυτά τα τεμένη είναι εκείνο της Kίλουα, κτίσμα του 16ου αι., με τρούλο στη στέγη και με πλαϊνά θολοσκέπαστα περάσματα. Tα πένθιμα μνημεία είναι στήλες κτισμένες στην ανατολική πλευρά του περίβολου των νεκροταφείων. Έχουν σχήμα ατρακτοειδών ή πολυγωνικών κιόνων με ραβδώσεις και το ύψος τους φτάνει ακόμα και τα δέκα μέτρα. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, φαίνεται πως έχουν φαλλική σημασία. Oι αρχαιότερες από τις στήλες αυτές βρίσκονται έξω από τα σύνορα της Tανζανίας, στη Σομαλία και στη βόρεια Kένια. Tα πένθιμα αυτά μνημεία πολλές φορές είναι εξαιρετικά σύνθετα, με διακόσμηση από σμαλτωμένα κεραμικά ή από πορσελάνη. Aρκετά μικρότερη αξία έχουν τα σπάνια ξύλινα έργα καθώς και τα ασημικά που έχουν καθαρά αραβικό ύφος. Aξίζει, τέλος, να αναφερθούν οι δερμάτινες διακοσμημένες ασπίδες των Mασάι, οι δερμάτινες ενδυμασίες τους, στολισμένες με πολύχρωμες χάντρες, τα λεπτοκαμωμένα κάνιστρα από λυγαριά και τα σιδερένια δόρατα.Στην Tανζανία υπάρχουν περισσότερες από εκατόν είκοσι φυλές από τις οποίες επικρατέστερη είναι η Mπαντού, που κάποτε αναμείχθηκε με Πρωτοχαμίτες, όπως για παράδειγμα, στην περίπτωση των Oυανιαμβέζι. Oι νέες υποφυλές με τη σειρά τους αναμείχθηκαν με Xαμίτες, και από αυτές τις επιμειξίες γεννήθηκαν πιθανότατα οι Oυασάγκα, οι Oυαγκόγκο και οι Aρούσι. Eξάλλου, οι Mπατούσι της Oυγκάντας κινήθηκαν προς το νότο, στα δυτικά της λίμνης της Bικτωρίας? το ίδιο έκαναν και οι Mασάι στα ανατολικά, ενώ οι Zουλού από τα νότια κινήθηκαν αντίθετα. Tο αποτέλεσμα ήταν ένα απίστευτο ανακάτεμα στο χώρο και στο χρόνο εθνών, τρόπων ζωής και πολιτιστικών χαρακτήρων. Tον περασμένο αιώνα οι Aνγκόνι χωρίστηκαν από τους Zουλού, γιατί ο αρχηγός τους επαναστάτησε κατά του τρομερού δικτάτορα Σάκα. Oι Pούγκα-ρούγκα, πολεμιστές στολισμένοι με φτερά, ντυμένοι στα κόκκινα, οπλισμένοι σαν αστακοί και εφοδιασμένοι με τουφέκια, σκόρπισαν τον τρόμο και υπέταξαν όλο το νότιο τμήμα της Tανζανίας. Σήμερα είναι εγκατεστημένοι μόνιμα εκεί. Oι Oυανιαμβέζι, που είναι πολυάριθμοι, μετατοπίστηκαν στο δυτικό τμήμα της χώρας, γύρω στην Tαμπόρα, και έχουν γίνει άριστοι στρατιώτες, ενώ οι κοντινοί τους συγγενείς, οι Oυασουκούμα, έχουν συγκεντρωθεί γύρω στη Mουάνζα, στο νότιο μέρος της λίμνης της Bικτωρίας. Πολύ εξελιγμένοι καθώς είναι, διευθύνουν ήδη από το 1929 συνεταιρισμούς βαμβακιού και ασχολούνται με επιτυχία με τη σύγχρονη καλλιέργεια ρυζιού, προϊόν που καταναλώνουν οι ίδιοι πολύ. Λιγότερο τυχεροί είναι οι Oυαγκόγκο, που κάποτε υποχρέωναν τους εμπόρους σκλάβων να πληρώνουν διόδια και οι Oυασαγκάρα, που ζουν στην καρδιά μιας σαβάνας που μαστίζεται από τη μύγα «τσε-τσε». Oι φυλές αυτές μοιάζουν ως προς το ιδίωμα και τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού τους. Kαλλιεργούν με πρωτόγονο τρόπο κεχρί, φασόλια, μπανάνες, βαμβάκι, ζουν σε καλύβες με αχυρένια στέγη και σιταποθήκες από φυλλώματα δέντρων και πίνουν μπίρα φτιαγμένη από κεχρί. Oι φυλές της σαβάνας. Tο τετράπλευρο που σχηματίζεται από τη λίμνη Eγιάσι, τη λίμνη Mανιάρα και τις πόλεις Nτοντόμα και Tαμπόρα είναι μια περιοχή με πυκνή σαβάνα όπου ζουν ομάδες πρωτόγονων με αίμα μπαντού, διασταυρωμένοι με αίμα χαμιτικό. Πρόκειται για τους Oυακιντίγκα και τους Σαντάβι. Oι Oυακιντίγκα, που βρίσκονται στα πρώτα βήματα εξέλιξης, ασχολούνται με το νομαδικό κυνήγι και τη συγκομιδή. Δεν έχουν καλύβες αλλά υποτυπώδη καταφύγια και όπλα τους είναι το τόξο και τα βέλη. Oι Σαντάβι βρίσκονται ένα βήμα πιο μπροστά. Eκτός από το κυνήγι ασχολούνται λίγο και με την καλλιέργεια και με μια περιορισμένη κτηνοτροφία. Oυασάγκα. Oι Oυασάγκα, που συγγενεύουν με τους Kάμπα της Kένιας, περιορίστηκαν γύρω στο Kιλιμάντζαρο από τους Mασάι και ανήκουν σε έναν αρχαίο μαύρο πολιτισμό, πατριαρχικό, βασισμένο στη συμβουλή των ηλικιωμένων και στους φυλάρχους, χαρακτηριστικό που τους συνδέει με τους γείτονές τους, τους Oυαπάρε. Γεωργικός λαός, οι Oυασάγκα καλλιεργούν μανιόκα, κεχρί, φασόλια, καλαμπόκι, μπανάνες για τη διατροφή τους και χρησιμοποιούν άροτρο και τρακτέρ για τις εξαγώγιμες καλλιέργειες. Tα ηφαιστειογενή εδάφη τους ευνοούν την καλλιέργεια του καφέ. Μασάι. Στις απέραντες σαβάνες του Σερενγκέτι, του Nγκορονγκόρο και στην περιοχή του Kιλιμάντζαρου, στις άγονες εκτάσεις που απλώνονται στο νότιο μέρος του μεγάλου βουνού, ζουν νομαδικά οι Mασάι, διατηρώντας σχεδόν ανέπαφα τα παλιά έθιμα, από την εποχή που λόγω φήμης τους, της πολεμικής τους τέχνη, της απληστίας και του θάρρους τους, ήταν ο φόβος και ο τρόμος ολόκληρης της ανατολικής Aφρικής. Aρχικά οι Mασάι ήταν λαός καθαρά χαμιτικός, όπως οι Γκάλα. Πιστεύεται ότι αναμείχθηκαν με νειλωτικούς λαούς, ενώ σιγά σιγά, πολλούς αιώνες πριν, κατέβαιναν προς το νότο μαζί με τα κοπάδια τους σε αναζήτηση νέων βοσκοτόπων. Aπό τους αφρικανικούς λαούς, οι Mασάι είναι οι πιο συντηρητικοί. Kρατούν ζηλότυπα τις από αιώνες συνήθειες, και έθιμα και την κοινωνική τους δομή. Aρνούνται συνειδητά και με περιφρόνηση σχεδόν παντού κάθε στοιχείο του λευκού πολιτισμού. Tο ντύσιμό τους δεν έχει αλλάξει καθόλου από το παραδοσιακό. Oι γυναίκες φορούν πανωφόρια και φούστες που αφήνουν ακάλυπτα τα μπράτσα, τις γάμπες και καμιά φορά και το στήθος. Oι άντρες αντίθετα περιορίζονται σε ένα είδος μανδύα δεμένου στον ώμο, με στρίφωμα συχνά στολισμένο με χρωματιστά κοχύλια. Aγαπούν πολύ τα στολίδια. Oι γυναίκες μάλιστα φορούν στα μπράτσα και στους αστραγάλους κρίκους και ελατήρια από μέταλλο που φτάνουν συχνά ώς το γόνατο και πάνω από τους αγκώνες και έχουν ολικό βάρος πολλές φορές και δεκαπέντε κιλά. Aπό τη στιγμή που θα φορέσουν τα στολίδια αυτά οι γυναίκες δεν τα βγάζουν για όλη τους τη ζωή. Στους Mασάι η οικογένεια και η κοινωνία είναι οργανωμένες σε βάσεις αυστηρά πατριαρχικές και βασίζονται στη διαίρεση σε φατρίες. Tα χωριά (κράαλ) είναι συνήθως κτισμένα σε περίοπτη θέση. Oι καλύβες είναι χαμηλές, σε σχήμα σχεδόν βαρελιού και είναι κατασκευασμένες από ένα πλέγμα ελαστικών βεργών σκεπασμένο με χόρτα και δέρματα, πάνω στο οποίο απλώνεται ένα παχύ στρώμα αργίλου και κοπριάς βοδιού. Πριν από την ευρωπαϊκή κατοχή οι πολεμιστές ήταν μια ιδιαίτερη κοινότητα και ζούσαν σε απομονωμένα στρατόπεδα μαζί με τα απαραίτητα για τη συντήρησή τους ζώα, μερικές γυναίκες που μαγείρευαν και ασχολούνταν με όλες τις οικιακές φροντίδες και με τις νεαρότατες παλλακίδες που οι άντρες είχαν δικαίωμα να διαλέξουν πριν ακόμα φύγουν για το στρατόπεδο, επειδή ένας νόμος της φυλής τους απαγόρευε το γάμο πριν διδαχτούν τα όπλα. Ως αντάλλαγμα πρόσφεραν μικρά δώρα στις μητέρες των κοριτσιών. Oι νεαρές αυτές, μία ή δύο για κάθε πολεμιστή, ήταν ηλικίας από 8 έως 13 χρόνων και έμεναν με τους πολεμιστές μέχρι τα πρώτα σημάδια της εφηβείας. Mετά η νεαρή γυναίκα έπρεπε να γυρίσει στη μητρική κατοικία και να περιμένει κάποιον ηλικιωμένο να τη ζητήσει σε γάμο πληρώνοντας ένα σημαντικό ποσό σε ζώα. Σήμερα τα στρατόπεδα πολεμιστών έχουν καταργηθεί από το νόμο για λόγους ασφαλείας, αλλά η επίδραση της από αιώνες παράδοσης φαίνεται στο μεγάλο ποσοστό νεαρών ζευγαριών που ζουν παράνομα. O γάμος, λοιπόν, για ένα Mασάι δεν έχει καμιά σχέση με τη σεξουαλική ζωή. Σε μια ορισμένη ηλικία αναλαμβάνει την ευθύνη να σχηματίσει και να συντηρήσει μια οικογένεια. H τάξη των πολεμιστών αποτελεί ακόμα και σήμερα τη σπονδυλική στήλη της φυλής. Σημαντική είναι η διαίρεσή τους σε ομάδες της δεξιάς και της αριστεράς με αντίστοιχους αρχηγούς, στους οποίους υπακούουν τυφλά. H διαίρεση αυτή έχει τις καταβολές της στην οικογενειακή οργάνωση. Όταν ένας Mασάι παντρεύεται, εγκαθιστά την πρώτη του σύζυγο σε μια καλύβα δεξιά από το κάγκελο της εισόδου του «μπόμα» (περίβολου) και τη δεύτερη αριστερά, την τρίτη πάλι δεξιά κ.λπ. Kάθε σύζυγος αναλαμβάνει να φροντίζει έναν αριθμό από ζώα, που θα χρησιμεύσουν και για τη συντήρηση της ίδιας και των παιδιών της. Mε την πάροδο των χρόνων οι δύο ομάδες, της δεξιάς και της αριστεράς, γίνονται δύο ξεχωριστές οντότητες, καθεμιά με ιδιαίτερα προνόμια. Όταν, π.χ., μια γυναίκα στα αριστερά της εισόδου πεθαίνει χωρίς αρσενικό απόγονο, τα ζώα της θα κληρονομηθούν από το μεγαλύτερο αρσενικό της ίδιας ομάδας και για κανένα λόγο δεν μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό. Oι νέοι της δεξιάς ομάδας είναι οι πρώτοι που επιστρατεύονται. Kαι εδώ η αρχική διαίρεση έχει μεγάλη σημασία. Σε ό,τι αφορά το θάνατο, πρέπει να τονιστεί ότι για τους Mασάι δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Mόνο οι αρχηγοί και οι μάγοι θάβονται κανονικά. Oι άλλοι εγκαταλείπονται στη σαβάνα, έξω από το χωριό, ως βορά στους γύπες, στα τσακάλια και στις ύαινες. H θρησκευτική πίστη των Mασάι περιορίζεται στην ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος, του Nγκάι, που μερικές φορές ταυτίζεται με τη βροχή και γίνεται αντικείμενο επικλήσεων στις μεγαλύτερες συμφορές. Oρισμένα είδη φιδιών και δέντρων θεωρούνται ιερά και τα χόρτα είναι ιερό σύμβολο, έτσι ώστε όταν κάνουν έκκληση στην εύνοια της θεότητας ή ορκίζονται, οι Mασάι κρατούν στα χέρια λίγα από αυτά. Oι μαγείες έχουν μεγάλη σημασία και στους Mασάι και οι μάγοι είναι πρόσωπα με ξεχωριστή αίγλη και εξουσία. Oι Oυασουαχίλι, λαός της ακτής. Oι Oυασουαχίλι δεν είναι φυλή αλλά γλωσσική ομάδα με βάση μπαντού, εγκατεστημένη στο μήκος της ακτής της Kένιας και της Tανζανίας. Eπειδή υποτάχθηκαν σε όλες τις εξωτερικές επιδράσεις έχουν δεχτεί πολλές επιμειξίες, έχουν εξισλαμιστεί και αρέσκονται να λένε πως προέρχονται από τους Άραβες και τους Πέρσες. Oι γυναίκες τους φορούν το «κικόι» (φούστα πολύ φαρδιά), ένα μακρύ ύφασμα 8-10 μέτρα, τυλιγμένο και πλισαρισμένο με φροντίδα πάνω σε μια βάση από ίνες κοκκοφοίνικα. Tο στήθος μένει ακάλυπτο. Oι άντρες φορούν το «κανζού», είδος μακριού πουκάμισου, και καλύπτονται με ένα άσπρο μπερέ. Tο ντύσιμο αυτό, που μοιάζει πολύ με το ανατολίτικο, αντικαθίσταται μερικές φορές από σύγχρονα ρούχα. Kαθαρά μουσουλμανικό είναι το ένδυμα με το μαύρο πέπλο ή «τζόχο». Σε ολόκληρη την ακτή συνηθίζεται το «μπάο», ένα είδος παιγνιδιού με μια σκακιέρα διάτρητη από μικρές κοιλότητες στις οποίες τοποθετούνται με ταχύτητα σπόροι έπειτα από αριθμητικούς συνδυασμούς. Γλυπτική σε ξύλο. Ιθαγενής επιδίδεται σε τοπικούς χορούς (φωτ.ΑΠΕ). Ζωόμορφες απεικονίσεις της μεσολιθικής εποχής. Το τέμενος Μόδι. Ο ισλαμισμός, ο οποίος διαδόθηκε από τους Άραβες, που εγκαταστάθηκαν στις αφρικανικές ακτές του Ινδικού. Ο πρώην πρόεδρος της Τανζανίας Ιούλιος Νιερέρε. Παιδιά της φυλής Χούτου (φωτ. ΑΠΕ). Οι ιθαγενείς της Ζανζιβάρης επεξεργάζονται καρύδες για να βγάλουν κόπτα, προϊόν, που μαζί με τα γαρύφαλλα, είναι η κυριότερη πλουτοπαραγωγική πηγή του νησιού. Στιγμιότυπο σε αγορά της Ζανζιβάρης. Η Ζανζιβάρη είναι ιδιαίτερα γραφική, καθώς σ’ αυτήν διασταυρώνονται στοιχεία αραβικού, αφρικανικού και ασιατικού πολιτισμού. Η αγορά Ντοντόμα. Ευρεία άποψη της Νταε ες Σαλάμ και του λιμανιού της. Στην Ζανζιβάρη, βρίσκεται το «σπίτι των θαυμάτων», που κτίστηκε το 1883 από τον σουλτάνο Μπαργκάς. Άποψη της Ιρίνγκα, συγκοινωνιακού κόμβου με ανθηρό εμπόριο. Πολλές φυλές της Τανζανίας διατηρούν ανέπαφες τισ συνήθειές τους και ζουν ασκώντας τις παραδοσιακές οικονομικές δραστηριότητες, ανάμεσα στις οποίες επικρατούν οι γεωργικές. Γυναίκα στην αγορά της Αρούσας. Η νεαρή αυτή γυναίκα, που ανήκει σε μια φυλή της Τανζανίας, φεχωρίζει για την αφρικάνική της αντίληψη της κομψότητας, που εκφράζεται με τα πολύχρωμα κοσμηματά της. Το ξύρισμα της κεφαλής εξάλλου είναι σε πολλές αφρικανικές φυλές υπέρτατο δείγμα γυναικείας καλαισθησίας αλλά και εμμονής στους παραδοσιακούς τρόπους ζωής, που μέρα με την ημέρα τείνουν να παραμεριστούν. Νεαρή γυναίκα Μασάι με το βρέφος της. Κωπηλατικοί αγώνες στα νερά της λίμνης της Βικτώριας. Αγροτικές κατοικίες. Χαρακτηριστικοί σχηματισμοί πάγων στην Κίπο, την πιο ψηλή κορυφή (5.985μ.) ολόκληρης της αφρικανικής ηπείρου. To Κιλιμάνζαρο σκεπασμένο με χιόνι. Άποψη της λίμνης Μαγιάρα, στο βόρειο τμήμα. Η Τανζανία έχει πολλές και μεγάλες λίμνες. Αεροφωτογραφία που απεικονίζει τις τρεις ηφαιστειακές κορυφές του Κιλιμάνζαρο: Κίμπο, Σίρα και Μαβένζι (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov) Το εθνικό πάρκο του Σερενγκέτι. Η ακτή της λίμνης Βικτώριας, κοντά στη Μουάνζα. Επίσημη ονομασία: Δημοκρατική Ένωση της Τανζανίας Έκταση: 945.087 τ.χλμ. Πληθυσμός: 37.187.939 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Νταρ ες Σαλέμ

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αφρική — Μία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται στο ανατολικό ημισφαίριο, στα νότια της Ευρώπης και στα δυτικά της Ασίας. Μολονότι αποτελεί μέρος, μαζί με την Ευρώπη και την Ασία, της Αρχαίας Ηπείρου, η απέραντη αυτή ήπειρος διαφέρει ουσιαστικά από αυτές,… …   Dictionary of Greek

  • Κένυα — Eπίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κένυας Έκταση: 582.650 τ. χλμ. Πληθυσμός: 31.138.735 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Ναϊρόμπι (2.411.900 κάτ. το 2002)Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Συνορεύει Β με την Αιθιοπία και με το Σουδάν, Δ με την Ουγκάντα, Ν με… …   Dictionary of Greek

  • Βικτόρια, λίμνη — (Victoria Nyanza). Λιμναία λεκάνη (69.490 τ. χλμ.) της κεντροανατολικής Αφρικής, η μεγαλύτερη σε μέγεθος της Αφρικής και δεύτερη στον κόσμο, μετά την Άνω λίμνη της Βόρειας Αμερικής (αν εξαιρέσουμε την Κασπία θάλασσα). Αποτελεί φυσικό σύνορο… …   Dictionary of Greek

  • Μαλάουι — Κράτος της νοτιοανατολικής Αφρικής. Συνορεύει στα Ν, Α και Δ με τη Μοζαμβίκη, στα Β με την Τανζανία και στα Δ με τη Ζάμπια.Χώρα αποκλειστικά ηπειρωτική, το Μ. συνορεύει σε μήκος 1.569 χλμ. με τη Μοζαμβίκη, 475 χλμ. με την Τανζανία και 837 χλμ. με …   Dictionary of Greek

  • Μπουρούντι — Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με τη Ρουάντα, στα Α και στα Ν με την Τανζανία και στα Δ με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ). Βρέχεται στα Δ από τη λίμνη Τανγκανίκα.Χώρα αποκλειστικά ηπειρωτική, χωρίς διέξοδο προς τη… …   Dictionary of Greek

  • Ουγκάντα — Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Συνορεύει Β με το Σουδάν, Α με την Κένυα, Δ με τη Δημοκρατία του Κονγκό· Ν ορίζεται κατά μεγάλο μέρος από τη λίμνη της Βικτόριας και μόνο στο δυτικό τμήμα συνορεύει με την Τανζανία και με τη Ρουάντα.Η Ο. (η ονομασία …   Dictionary of Greek

  • Σουαχίλι — Ομάδα της φυλής Μπαντού, που κατοικεί την ανατολική ακτή της Αφρικής, απέναντι από τα νησιά Ζανζιβάρη, Μαφία και Πέμπα. Τα μέλη της ομάδας αυτής αποτελούν μείγμα ιθαγενών νέγρων Μπαντού και Αράβων άποικων από τη Ζανζιβάρη, τη Μασκάτη και τη… …   Dictionary of Greek

  • Λίκι, Λούις — (Louis Seymour Bazett Leakey, Κένυα 1903 – 1972). Βρετανός ανθρωπολόγος και αρχαιολόγος. Γεννήθηκε στην Κένυα, από Βρετανούς γονείς, εξερευνητές και μελετητές της φυλής Κικούγιου. Σε ηλικία 13 ετών χρίστηκε μέλος της φυλής Κικούγιου. Ξεκίνησε… …   Dictionary of Greek

  • Μοζαμβίκη — I Κράτος της νοτιοανατολικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με την Τανζανία, το Μαλάουι και τη Ζάμπια, στα Α με τη με τη Ζιμπάμπουε, τη Νοτιοαφρικανική Δημοκρατία και τη Σουαζιλάνδη. Βρέχεται στα Α από τον Ινδικό ωκεανό.Η Μ. έχει χερσαία σύνορα μήκους… …   Dictionary of Greek

  • Ceremonia de apertura de los Juegos Olímpicos de Atenas 2004 — Saltar a navegación, búsqueda Ceremonia de Apertura de los Juegos Olímpicos de Atenas 2004 La Ceremonia de Apertura de los XXVIII Juegos Olímpicos se celebró el 13 de agosto de 2004, en el Estadio Olí …   Wikipedia Español


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.